Αστικές Καλλιέργειες Μέρος 1: Τι μπορεί να μας διδάξει η Κούβα

3968660360 F4921e94b1 O

Καθημερινά, στην πόλη του Λονδίνου, σερβίρονται 30 εκατομμύρια γεύματα. Αυτό αντιστοιχεί σε εκατομμύρια φορτηγών που φτάνουν σε εκατομμύρια καταστήματα και εστιατόρια χάρη σε μία σύνθετη,  με αυστηρό χρονοδιάγραμμα,  ενορχήστρωση της παραγωγής, της μεταφοράς και της διανομής.

Εμείς θεωρούμε δεδομένο ότι αυτό το σύστημα δεν θα αποτύχει ποτέ. Αλλά τι θα συνέβαινε αν κάποιος σταματούσε αυτά τα οχήματα; Όσο μη ρεαλιστικό κι αν ακούγεται, αυτό  συνέβη – και μάλιστα όχι πολύ καιρό πριν.

Το 1989, πάνω από το 57% της θερμιδικής πρόσληψης της Κούβας είχε εισαχθεί από τη Σοβιετική Ένωση. Όταν κατέρρευσε, η Κούβα έγινε, σχεδόν μέσα σε μια νύχτα, η μοναδική υπεύθυνη για τη σίτιση του πληθυσμού της – συμπεριλαμβανομένων των 2,2 εκατ. στην πόλη της Αβάνας. [1] Αυτό που συνέβη στη συνέχεια είναι μια απίστευτη ιστορία αντοχής και καινοτομίας..

Καθώς ο κόσμος μας γίνεται όλο και πιο αστικοποιημένος, τα αγροκτήματα μας βρίσκονται όλο και περισσότερο σε κίνδυνο, και η εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα όλο και πιο ανεπιθύμητη, το ερώτημα του πώς θα τροφοδοτηθούν τα δισεκατομμύρια των μελλοντικών κατοίκων της πόλης δεν είναι πια ένα απλό πείραμα σκέψης – είναι μια επείγουσα πραγματικότητα.

Η ιστορία της Κούβας μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: Πώς θα έμοιαζαν οι πόλεις μας, αν αρχίζαμε να τοποθετούμε την παραγωγή/ διανομή τροφίμων ως τον κύριο στόχο του αστικού σχεδιασμού; Και τι χρειάζεται για να γίνει αυτό το όραμα πραγματικότητα;

Στην ομιλία της στο πλαίσιο του TED, “Πώς η Σίτιση διαμορφώνει πόλεις μας,» η Κάρολιν Στιλ, συγγραφέας του Hungry City, εξηγεί με ποιο τρόπο, από την αρχή της αστικοποίησης, οι πόλεις είναι συνυφασμένες με τη γεωργία – πράγμα που είναι, φυσικά, λογικό. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να ανθίσει μια πόλη χωρίς μια αξιόπιστη πηγή τροφής για να τη στηρίξει;

Όπως η Στιλ επισημαίνει, κοιτάζοντας τους  χάρτες και τα ονόματα των δρόμων (όπως για παράδειγμα ο Friday Street στο Λονδίνο, όπου κάθε Παρασκευή πωλούνται ψάρια), μπορούμε να δούμε τις διαδρομές στις οποίες τα τρόφιμα χάραξαν την πορεία τους μέσα στις αρχαίες πόλεις, προς τις μεγάλες πλατείες, όπου αυτά τα τρόφιμα αγοράζονται και πωλούνται, και πώς οι ίδιες οι πόλεις χτίστηκαν με στόχο τη διευκόλυνση της ροής των τροφίμων.

Φυσικά, η βιομηχανοποίηση τα άλλαξε όλα αυτά. Όπως η Στιλ το θέτει, μόλις αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τους σιδηροδρόμους για να εισάγουμε κρέας, από ζώα που έχουν ήδη σφαγιαστεί, και λαχανικά, που έχουν ήδη μαζευτεί, στις πόλεις μας, “ουσιαστικά χειραφετήσαμε [τις πόλεις μας] λόγω γεωγραφίας».

Ξαφνικά, οι πόλεις μας  μπορούσαν να μεγαλώσουν με οποιονδήποτε τρόπο και με έναν απίστευτο ρυθμό ανάπτυξης – πράγμα που συνεχίζουν να κάνουν σήμερα. Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά, η πρόοδος αυτή έχει και μια σκοτεινή πλευρά.

Ο τυπικός Κάτοικος Πόλης σήμερα δεν έχει καμία κατανόηση για το πού ή το πώς παράγονται/ διανέμονται τα τρόφιμα. Εξαρτόμαστε πλέον από τις μεγάλες, ισχυρές, κερδοσκοπικές εταιρείες, για να φέρουμε τεράστιες ποσότητες τροφίμων που προέρχονται από βιομηχανικές μονάδες στα σούπερ μάρκετ – αλλά η όλη διαδικασία είναι συγκαλυμμένη, υπερβολικά πολύπλοκη, και, εν τέλει, μη βιώσιμη.

Οι Καλοφαγάδες και οι λαϊκές αγορές

Από την πολιτιστική συνήθεια των λαϊκών αγορών και των βιολογικών προϊόντων, μέχρι τον πολλαπλασιασμό των κήπων σε ταράτσες και των τοπικών παζαριών, υπάρχει μια αρκετά μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που προσπαθεί να κλείσει το χάσμα, τόσο πρακτικά όσο και εννοιολογικά, μεταξύ του καταναλωτή και του παραγωγού τροφίμων.

Όμως, παρά την αυξημένη παρουσία αυτών των αρχικών οργανώσεων, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς πώς θα μπορούσαν να προσφέρουν μια βιώσιμη εναλλακτική λύση στο τεράστιο σύστημα των τροφίμων που έχει σήμερα ασφυκτική δύναμη στην οικονομία και την κυβέρνησή μας. Όπως ο συγγραφέας του “Stocking the City”, Chris Dehenzel επεσήμανε, κάθε είδος εναλλακτικού συστήματος τροφίμων για να πετύχει απαιτούνται  «θεμελιώδεις διαρθρωτικές αλλαγές στα επίπεδα πολιτικής και σχεδιασμού.»

Πράγμα το οποίο οδηγεί στο ερώτημα: πώς θα ήταν μια θεμελιώδης αλλαγή στην πολιτική / σχεδιασμό; Μπορούμε να στραφούμε στην Κούβα για την απάντηση.

Η περίπτωση της Κούβας

Στη δεκαετία του 1990, εν όψει μιας τεράστιας έλλειψης τροφίμων, οι πολίτες της Αβάνας έκαναν το μόνο πράγμα που θα μπορούσαν – πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους.

Στα μπαλκόνια, στις ταράτσες, στις αυλές, και στα κενά οικόπεδα, οι γείτονες άρχισαν να φυτεύουν φασόλια, ντομάτες, μπανάνες – οτιδήποτε μπορούσαν, οπουδήποτε μπορούσαν. Σε διάστημα δύο ετών, υπήρχαν κήποι και αγροκτήματα σε κάθε γειτονιά στην Αβάνα. [2]

Όταν η κυβέρνηση το αντιλήφθηκε, αντί να εμποδίσει αυτές τις προσπάθειες, τις διευκόλυνε. Το 1994, η νεοσυσταθείσα Διεύθυνση Αστικής Γεωργίας προέβη σε ορισμένες βασικές δράσεις: (1), προσάρμοσε το νόμο της πόλης στην έννοια του σχεδιασμού της επικαρπίας, καθιστώντας όχι μόνο νόμιμο, αλλά και δωρεάν τη μεταποίηση αχρησιμοποίητης, δημόσιας γης σε οικόπεδα παραγωγής τροφίμων, (2 ) εκπαίδευσε ένα δίκτυο μελών της κοινότητας έτσι ώστε να παρακολουθούν, να εκπαιδεύουν, και να ενθαρρύνουν τους κηπουρούς στις γειτονιές τους, (3) δημιούργησε τα “Σπίτια Σπόρων” (γεωργικές αποθήκες) για την παροχή πόρων / πληροφοριών και (4) καθιέρωσε μια υποδομή για τις άμεσες πωλήσεις των αγορών των Λαικών Αγορών ώστε να γίνουν οι κήποι αυτοί οικονομικά βιώσιμοι. [3]

Μέχρι το 1998 υπήρχαν πάνω από 8.000 επίσημα αναγνωρισμένοι κήποι στην Αβάνα – από ατομικά οικόπεδα , μέχρι μεγάλα κρατικά κτήματα – όλοι βιολογικοί (από ανάγκη, δεν γινόταν εισαγωγή φυτοφαρμάκων) οι οποίοι παρήγαν περίπου το 50% των λαχανικών της χώρας.

Βιωσιμότητα και Προβολή

Φυσικά, η Κούβα απέχει πολύ από το τέλειο, και το αν αυτές οι πολιτικές παραμένουν επιτυχείς, ή ακόμα υπάρχουν με επιτυχία, είναι αμφίβολο (η Κούβα και πάλι εξαρτάται από τις ξένες εισαγωγές. Όταν ο Ραούλ Κάστρο ανέλαβε από τον αδελφό του το 2008, μία από τις σημαντικότερες υποσχέσεις του ήταν να αναζωογονήσει τον τομέα της γεωργίας που ήταν γεμάτος από γραφειοκρατία και μη παραγωγικότητα).

Αλλά αυτό που είναι συναρπαστικό για την Κούβα, είναι πως, λόγω ανάγκης, τα τρόφιμα για άλλη μια φορά έγιναν ο κατευθυντήριος παράγοντας στη διαμόρφωση της πρωτεύουσας. Αυτό που χρειάστηκε, ωστόσο, ήταν η πλήρης και αναγκαστική απομάκρυνση του ήδη εδραιωμένου συστήματος διατροφής της.

Ενώ οι συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν μοιάζουν ούτε στο ελάχιστο, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες που πρέπει να συναχθούν. Πρώτα απ ‘όλα, η τρέχουσα οικονομική κρίση έχει κάνει την ανάγκη να αλλάξουν τα παρωχημένα, αναποτελεσματικά και μη αειφόρα συστήματα παραγωγής τροφίμων, πολύ πιο πιεστική. Δεύτερον, η αλλαγή νοοτροπίας όσον αφορά τη σχέση με το φαγητό, ειδικά λόγω της αύξησης των προβλημάτων υγείας και την επιδημία της παχυσαρκίας, καταλήγει σε παρόμοιο αποτέλεσμα, οι πολίτες να λαμβάνουν την παραγωγή τροφίμων στα χέρια τους.

Στην Κούβα, έτσι άρχισαν όλα – εμπλεκόμενοι πολίτες στην ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση μιας κρίσης. Πριν η Αστική Γεωργία γίνει μια βιώσιμη εναλλακτική λύση για να τροφοδοτηθεί η πόλη, έγινε μια ορατή πορεία δράσης. Αν αφήσουμε τα τρόφιμα και πάλι να είναι ο οδηγός μας για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, τότε το πρώτο βήμα θα είναι να χρησιμοποιήσουμε το σχεδιασμό για να μειωθεί – όχι μόνο η φυσική απόσταση – αλλά και η  εννοιολογική απόσταση ανάμεσα σε εμάς και την τροφή μας.

Αναφορές:

[1] Warwick, Hugh. “Cuba’s Organic Revolution.” <http://forum.ra.utk.edu/Archives/Summer2001/cuba.pdf>

[2] Murphy, Catherine. “Urban Gardens Increase Food Security In Times of Crisis:Habana,Cuba.” <http://www.flacso.uh.cu/sitio_revista/num3/articulos/art_CMurphy13.pdf>.

[3] Pinderhughes, Raquel, Catherine Murphy, and Mario Gonzalez. “Urban Agriculture inHavana,Cuba.” August 2000. <http://online.sfsu.edu/~raquelrp/pub/2000_aug_pub.html>.

Πηγή: http://www.archdaily.com/